Navigation Menu

Η επιστροφή της άσωτης



                         Κυριακή 22 Ιανουαρίου 1995
Η Ζάνα Μαρκάτος οδηγούσε εδώ και πολλές  ώρες το αυτοκίνητό της σε άγνωστους δρόμους.
Μα που στο διάολο είμαι μονολόγησε καθώς ένας απότομος θόρυβος ακούστηκε από την μηχανή ακινητοποιώντας το αυτοκίνητο.
Αν εκείνο το ρημάδι το κινητό δεν είχε χτυπήσει,  δεν θα είχε κάνει λάθος την έξοδο, θα είχε φτάσει από ώρα στον προορισμό της και τώρα δεν θα προσπαθούσε μάταια να ξαναβγεί στην εθνική.
Τι έπαθες τώρα φώναξε γυρίζοντας με όλη της την δύναμη την μίζα του αυτοκινήτου που δεν υπάκουε στον εντολέα του.
Χτύπησε με αγανάκτηση το χέρι της στο τιμόνι, προστάζοντάς το απεγνωσμένα να πάρει μπρος και τότε σήκωσε το βλέμμα της κοιτάζοντας μπροστά. Στο βάθος του δρόμου υπήρχε ένα σπίτι σαν βγαλμένο από παραμύθι, κοίταξε γύρω της, η γαλήνη και η ηρεμία που αντίκρισε έκαναν βουτιά από τα μάτια στην ψυχή της

Τα ψηλά δέντρα ένωναν τις κορφές τους σε κάποια σημεία φτιάχνοντας σκιές στο δρόμο που περνούσε από κάτω τους. Δεν έχασε χρόνο, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και χωρίς δεύτερη σκέψη έβγαλε από το πορτ-μπαγκαζ του αυτοκινήτου, το καβαλέτο, τα πινέλα και τις μπογιές της στήνοντας τα χωρίς δισταγμό σχεδόν στη μέση του δρόμου.
Κάθισε στο καπό του αυτοκινήτου της και άρχισε να αντιγράφει την καλύτερη ζωγράφο του κόσμου, την φύση, που σε εκείνο το σημείο του πλανήτη είχε βάλει όλο της το ταλέντο.
Το ανθρώπινο χέρι που είχε χτίσει δρόμο και σπίτι στην περιοχή δεν είχε καταφέρει να αλλοιώσει την ομορφιά της αντίθετα έδειχνε πόσο αρμονικά μπορούν να συνυπάρξουν τα δυο τους αν δεν υπερβάλει το πρώτο.

Η Ζάνα συνεπαρμένη από το τοπίο είχε ολοκληρωτικά βυθίσει σώμα και ψυχή στον καμβά της ζωγραφίζοντας  με μία ανελέητα πρωτόγνωρη έμπνευση που της πρόσφερε ο μέντορας της, δεν άκουγε καν το τηλέφωνο της που χτυπούσε σαν τρελό εδώ και πολύ ώρα.
Ήταν ο ατζέντης της, ο Ράιαν  από την Νέα Υόρκη ήθελε να μάθει που βρίσκεται και να της πει ότι πρέπει να πέσει με τα μούτρα στη δουλειά γιατί η έκθεση της τελικά θα γινόταν δύο μήνες νωρίτερα. Πως μπόρεσε να φύγει έτσι απλά ζητώντας από την οικονόμο του να του μεταφέρει το μήνυμα πως επιστρέφει Ελλάδα!
Η Ζάνα ήταν μία 44χρονη πετυχημένη ζωγράφος, γνωστή για το αστείρευτο ταλέντο της.
Οι εκθέσεις της γίνονταν κάθε φορά πρώτο θέμα στους αριστοκρατικούς κύκλους αλλά και ψίθυροι για την πολυτάραχη ερωτική ζωή της δεν έλειπαν ποτέ. Όλη η ζωή της αποτελούσε ένα μυστήριο για τους γύρω της, κανείς δεν ήξερε πως βρέθηκε στην Αμερική το κορίτσι με το μελαγχολικό βλέμμα ή αν ποτέ αγάπησε κανέναν από τους εραστές της.

Η αλήθεια ήταν πως οι άντρες κατέληγαν παιχνίδι στα χέρια της, τους άφηνε να τρυγούν τους χυμούς της και να εκμεταλλεύονται την παρουσία τους δίπλα της, όλα τέλειωναν όταν ο εκάστοτε σύντροφος άρχιζε να κάνει όνειρα για  κοινό μέλλον. Δεν ήθελε καμία δέσμευση στη ζωή της, η αγάπη για εκείνη είχε φωλιάσει στην καρδιά της 25 χρόνια πριν και δεν υπήρχε χώρος για τίποτα καινούριο.


Βρισκόταν στο σημείο σχεδόν δύο ώρες χωρίς να το καταλάβει, μαγεμένη από το τοπίο δεν χόρταινε να ζωγραφίζει όταν ξαφνικά ένιωσε να κρυώνει, είχε φτάσει το δειλινό ή μήπως ήταν εκείνο το μαύρο σύννεφο που στεκόταν απειλητικά  από πάνω της; 
 Μια περίεργη μυρωδιά της τράβηξε την προσοχή, όχι δεν ήταν η αύρα που έκανε ακόμη πιο έντονη την μυρωδιά από τις μπογιές της, αν και διάσημη ζωγράφος, η μυρωδιά της μπογιάς της έφερνε ναυτία, μα  το είχε συνηθίσει. 
Όχι αυτό ήταν κάτι άλλο, αλλά τι; Δεν μπορούσε να προσδιορίσει.
Έλυσε τα  μαλλιά και ένας μαύρος χείμαρρος ξεχύθηκε  ζεσταίνοντας την πλάτη της φτάνοντας  μέχρι την ισχνή μέση της και τότε χοντρές ψιχάλες άρχισαν να πέφτουν πάνω στον καμβά της, ανακατεύοντας ομοιόμορφα τα χρώματα που είχαν αρχίσει να θολώνουν και να δείχνουν πανέμορφα.
Σαν φοβισμένο το τοπίο πως θα του κλέψουν την ομορφιά, φόρεσε για όπλο του την βροχή προσπαθώντας να κρυφτεί, σκέφτηκε

Άνοιξε τα χέρια της και η σκέψη της ακούστηκε δυνατά, μα ναι! Βροχή, μυρίζει βροχή ανακατεμένη με ολόφρεσκο χώμα και σάπια φύλλα, απομεινάρια φθινοπώρου.
Μα πόσα χρόνια είχε να μυρίσει βροχή; 
Στο Herrald square του Manhattan όπου ζούσε εκείνη ή την τσιμεντούπολη όπως την αποκαλούσε, όταν έβρεχε η βρώμα της πόλης ζωντάνευε παραπάνω όσο κι αν την είχε συνηθίσει κανείς, δεν άλλαζε όμως το διαμέρισμά της απέναντι από το πολυκατάστημα macy's, εκεί ένιωθε ασφαλής κρυμμένη μέσα στο πλήθος.

Βιάστηκε να προστατέψει τον καμβά της βάζοντάς τον στο αυτοκίνητο και έμεινε για λίγο ακόμη εκεί να απολαύσει τη θέα πίσω από το θολωμένο παρμπρίζ.




Σε λίγο θα σκοτείνιαζε, έπρεπε να καλέσει την οδική βοήθεια μα το κινητό της ήταν από ώρα νεκρό, ίσως σε εκείνο το σπιτάκι στο τέλος του δρόμου να μπορούσε να κάνει ένα τηλεφώνημα.
Άρχισε να περπατά προς το σπίτι και όσο περισσότερο πλησίαζε ένα περίεργο συναίσθημα την κυρίευε κάνοντας την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Αυτό το μέρος έμοιαζε τόσο πολύ με το δασάκι λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωρίο της όπου απομονωνόταν με τους φίλους της  τα εφηβικά της χρόνια μακριά από τα επικριτικά βλέμματα των συγχωριανών τους, μα σε εκείνο δεν υπήρχε σπίτι μόνο μικρότερα δέντρα. Δεν ήξερε που βρισκόταν, το σίγουρο όμως ήταν ότι το χωριό της δεν θα ήταν πολύ μακριά από εδώ.

Χτύπησε την πόρτα και είδε από το τζάμι ένα φως να ανάβει στο βάθος ενώ βαριά ταλαιπωρημένα βήματα έρχονταν προς το μέρος της.
Ο άντρας που άνοιξε την πόρτα έμεινε στήλη άλατος στην θέα της. Τα τεράστια μαύρα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα και τον κοίταζαν απορημένα καθώς οι ελάχιστες γκρίζες πινελιές των μαλλιών της τα φώτιζαν ακόμη περισσότερο.
Απέναντί της στεκόταν ένας γεροδεμένος όμορφος  άντρας γύρω στα 45 μα έδειχνε μεγαλύτερος, τα μαλλιά του ήταν ακούρευτα τόσο που σχημάτιζαν μικρές μπούκλες στο σβέρκο ενώ τα γένια του για μέρες αξύριστα.

-Συγνώμη για την ενόχληση, ξέρετε έχει χαλάσει το αυτοκίνητό μου και αναρωτιόμουν αν θα 
 - Ιωάννα, την διέκοψε ο άντρας  με τρεμάμενη φωνή ενώ τα μάτια του είχαν υγρανθεί

Ιωάννα!!! Μα ποιος ήταν αυτός που την φώναζε με το βαφτιστικό της; πως το  ήξερε; μέχρι και η ίδια το είχε σχεδόν ξεχάσει.
Και τότε κοίταξε μέσα στα μάτια του, χιλιάδες αναμνήσεις κλειδωμένες για χρόνια στα συρτάρια της ψυχή της ξεπρόβαλαν κάνοντας τα πόδια της να λυγίσουν και δάκρυα που συγκρατούσε χρόνια πίσω από την μάσκα της ντίβας ξεχύθηκαν, ανακατεύτηκαν με τη βροχή  αγαλιάζοντας την ψυχή της. 

-Αναστάση κατάφερε να ψιθυρίσει με τρεμάμενη φωνή λιποθυμώντας στην αγκαλιά του.

Τα στιβαρά του μπράτσα έγιναν ασπίδα προστασίας του αδύναμου κορμιού της, την μετέφεραν στο εσωτερικό της καλύβας αποθέτοντας την με προσοχή πάνω σε ένα παλιό καναπέ.
Ο Αναστάσης έτρεξε στην κουζίνα και επέστρεψε κρατώντας ένα μπουκάλι κολώνια Μυρτώ, το έβαλε στην μύτη της και κατάφερε να την συνεφέρει.

Η Ζάνα κοίταζε ξανά μετά από τόσα χρόνια τα μάτια που είχε ερωτευθεί, τον μοναδικό άντρα που είχε αγαπήσει, την πρώτη και μοναδική της αγάπη.
Ξέσπασε σε λυγμούς μη μπορώντας να βγάλει μιλιά. Ήταν τόσα πολλά εκείνα που είχε σκεφτεί πως ήθελε να του πει και τώρα δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη.

-Γιατί με εγκατέλειψες αγάπη μου; Γιατί Ιωάννα; Μίλησέ μου έχω δικαίωμα να ξέρω.
Κοίτα που βρίσκεσαι της φώναξε ανοίγοντας το πλαϊνό παράθυρο. Κοίτα! Σου θυμίζει κάτι εκείνο το δέντρο ή τα πλούτη σου κατάφεραν να σβήσουν τις μνήμες σου; 
Εγώ είμαι εδώ Ιωάννα, εδώ. Εδώ που χτίζαμε τα όνειρα που γκρέμισες μέσα σε μια νύχτα.
Έχτισα αυτή την καλύβα πλάι στο δέντρο που έγινε ο μάρτυρας ενός μεγάλου έρωτα, μιας αληθινής αγάπης. Από τότε μένω εδώ περιμένοντας να γυρίσεις στο δικό μας δέντρο Ιωάννα της είπε αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό. Κάθισε δίπλα της, πήρε στο χέρι του τα μαλλιά της και τα μύρισε.
-Το ήξερα πως μια μέρα θα ξανάρθεις εδώ, 25 χρόνια σε περιμένω, 25 χρόνια τώρα ζω εδώ. Ο τρελός που μένει στο δάσος με αποκαλούν οι χωριανοί και τα παιδιά πολλές φορές με φοβούνται ή μου πετούν πέτρες στα τζάμια.
-Κοίταξε με Ιωάννα 
Η Ιωάννα σήκωσε το βλέμμα και το ένωσε με το δικό του.
Τι απέγιναν τα όνειρα μας; τα πολλά κουτσούβελα που θα 'παιζαν στην αυλή μας; Μονάχα αυτό ήθελα από τη ζωή μου, να κάνω οικογένεια.
Το βλέμμα της περιπλανήθηκε στο χώρο και καρφώθηκε πάνω στις φλόγες της φωτιάς που χόρευαν στο τζάκι, μνήμες του παρελθόντος καλά θαμμένες για χρόνια ζωντάνεψαν.

                                                      25 χρόνια πριν
Η Ιωάννα λάτρευε τον πατέρα της, ναυτικός στο επάγγελμα της έλειπε πολύ, όταν βρίσκονταν στο σπίτι τα γέλια και τα παιχνίδια τους ξεσήκωναν όλο το χωριό, ένα από τα τα ταξίδια του έμελλε να είναι το τελευταίο. Το βλέμμα της μάνας της και το τηλεγράφημα να πέφτει απ τα χέρια της, έμειναν χαραγμένα στην παιδική ψυχή της.
Μετακόμισαν στο σπίτι του μπάρμπα της, γεροντοπαλίκαρο εκείνος και καλά βολεμένος μπορούσε να τις συντηρήσει και αμ τι άλλο θα έβρισκε και ένα πιάτο φαΐ. 
Λιγομίλητος και απόμακρος μιλούσε στην Ιωάννα μόνο για να της κάνει παρατηρήσεις, αν και δεν ήταν παιδί του είχε πάντα τον τελευταίο λόγο στην ζωή της, κάτι που αναγκαστικά ανεχόταν η μητέρα της ξέροντας πως οι δυο τους θα κατέληγαν στον δρόμο αν τις έδιωχνε.
 Όσα χρήματα είχε καταφέρει ο άντρας της να βάλει στην άκρη για τις σπουδές της Ιωάννας αλλά και για τα γηρατειά τους, η ίδια τα χρησιμοποίησε για να φέρει την σωρό του από τις ακτές της Αδριατικής όπου είχε συμβεί το ναυάγιο, δεν θα το άντεχε να μη θαφτεί στον τόπο του.

Ένας μεγάλος θίασος κατέφθασε στο χωριό, η Ιωάννα και οι φίλες παρακολουθούσαν για πρώτη φορά θεατρική παράσταση, επέστρεφε γεμάτη ενθουσιασμό στο σπίτι.
-Πως πέρασες κορίτσι μου; Σου άρεσε το θέατρο;
-Αχ ναι μαμά ήταν υπέροχα, στο τέλος της παράστασης επισκεφθήκαμε τους ηθοποιούς και μου έδωσαν αυτόγραφο, μάλιστα ένας κύριος, μου συστήθηκε σαν θιασάρχης και μου πρότεινε να πάω μαζί τους.
-Και εσύ τι του απάντησες;
-Πως τα όμορφα μάτια μου και το τέλειο κορμί μου δεν φτάνουν για μία τέχνη όπως το θέατρο.
Σε πόσες ακόμη θα έχει πει τέτοια συμπλήρωσε. Ευτυχώς δεν πήρανε τα μυαλά της αέρα σκέφτηκε η Καλλιόπη νιώθοντας ακόμη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη για την κόρη της.
-Εγώ μαμά έχω άλλα σχέδια και έχει έρθει η ώρα να μιλήσουμε. Θα έχεις καταλάβει πως με τον Αναστάση αγαπιόμαστε, θέλουμε να παντρευτούμε και να κάνουμε μία μεγάλη οικογένεια.
Του έχουν κάνει πρόταση για μια καλή θέση σε εργοστάσιο στην Αθήνα, θα έρθει να με ζητήσει για να μπορέσουμε να φύγουμε μαζί. Μητέρα ο Ανάστασης με αγαπάει, θα δουλέψει και για τους δυο μας, έτσι θα καταφέρω να σπουδάσω.
-Αχ κορίτσι μου, να σπουδάσεις, το όνειρο του πατέρα σου ήταν να σε δει στην καλών τεχνών. Ήσουν δεν ήσουν 6 χρονών πριν το τελευταίο του ταξίδι, του έδωσες μια ζωγραφιά που μόνο παιδική δεν θύμιζε. Την κοίταζε με καμάρι και μου λεγε, κοίτα ρε Καλλιόπη ένα ταλέντο που γέννησες.

Τι παντρολογήματα και σπουδάματα τσαμπουνάτε εκεί πέρα οι δυο σας, αποκρίθηκε σε αυστηρό τόνο ο θείος της.
Δεν είχαν καταλάβει ότι είχε ακούσει όλη τους την συζήτηση. Η Καλλιόπη πάγωσε, τον φοβόταν μα δεν το είχε δείξει ποτέ στην κόρη της και εκείνος όμως πρώτη φορά μιλούσε έτσι μπροστά στο παιδί, συνήθως δεν μιλούσε καθόλου μόνο την κοίταζε, το βλέμμα του πρόδιδε έχθρα, αυτό αισθανόταν η Ιωάννα.
Η Καλλιόπη σηκώθηκε όρθια παρόλο που έτρεμαν τα πόδια της αψήφισε τους φόβους της και υποστήριξε το σπλάχνο της. 
-Είναι δική μου κόρη Κωσταντή κι εγώ θα αποφασίσω. Άλλωστε αυτό ήθελε και ο αδερφός σου. Να την δει να γίνετε κάτι στην ζωή της, πλάι σε έναν άνθρωπο που θα την αγαπάει και με τον Αναστάση αγαπιούνται από παιδιά.

Η αναφορά της Καλλιόπης στον αδερφό του τον εξόργισε ακόμη περισσότερο, πάντα ζήλευε τον αδερφό του, εκείνος ήταν το καλό παιδί, ο άριστος μαθητής, η αδυναμία της μάνας τους. Μια ζωή ακόμη και μετά τον θάνατό του ένιωθε να ζει στην σκιά του αδερφού του. 

-Σκάσε της φώναξε υψώνοντας το χέρι του να την χτυπήσει. Η Ιωάννα αυθόρμητα μπήκε μπροστά σε μια προσπάθεια να προστατέψει την μάνα της.
-Φύγε απ τη μέση βρομοθήλυκο, ούρλιαξε και την έσπρωξε τόσο δυνατά που το κορμάκι της νεαρής κοπέλας εκσφενδονίστηκε κάμποσα μέτρα μακριά.
Όχι ούρλιαξε η Καλλιόπη, χωρίς να της πει κουβέντα, την άρπαξε από το μαλλί και την έσυρε μέχρι τον καμπινέ με μια απίστευτη έχθρα. Δεν έχει να πάει πουθενά και βάλτο καλά στο νου σου, είπε κλειδώνοντας την βιαστικά μέσα.
Αμέσως μετά επέστρεψε στην Ιωάννα που είχε μείνει ασάλευτη στην γωνία από τον φόβο της, την άρπαξε και την πέταξε με βία πάνω στο κρεβάτι, με ένα σάλτο βρέθηκε από πάνω της και άρχισε να της ξεσκίζει τα ρούχα με μια απίστευτη μανία και να την χτυπά αποκαλώντας την πουτάνα και βρομοθήλυκο.
 Δεν πρόκειται να παντρευτείς κανέναν φώναζε και το πρόσωπό του γινόταν κατακόκκινο. Η Ιωάννα τον κλωτσούσε με τα πόδια της στην προσπάθεια της να ελευθερωθεί, μα η δύναμη και η μανία του ήταν τόσο μεγάλη.
 Με το ένα του χέρι της έκλεινε το στόμα τόσο σφιχτά που δεν μπορούσε να αναπνεύσει και με το άλλο άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι του. Το κορίτσι τα 'χασε. Ένιωσε απότομα ένα μακρύ παλούκι ανάμεσα στα σκέλια της να μπαινοβγαίνει, ο πόνος που της προκαλούσε ήταν αφόρητος και αίματα έτρεχαν στα πόδια και την φούστα της. Με δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά της κατάφερε να ελευθερώσει το ένα της χέρι και άρχισε να τον χτυπά.
 Κάτσε ήσυχη την πρόσταξε, και της έδωσε ένα δυνατό χαστούκι συνεχίζοντας με μεγαλύτερη μανία να κουνιέται μπρος πίσω πάνω στο άμαθο σώμα της.

Η Καλλιόπη βροντούσε την κλειδωμένη πόρτα τόσο δυνατά που τα τζάμια κόντεψαν να ξεκολλήσουν μα κανείς δεν άκουγε τις φωνές της. Μοναδική διέξοδο να σπάσει την πόρτα όμως δεν υπήρχε τίποτα ικανό εκεί μέσα να χρησιμοποιήσει για να το καταφέρει, δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά, τα ουρλιαχτά της κόρης της ξερίζωναν την καρδία της. Πήρε όση φόρα μπορούσε και πέρασε μέσα από την τζαμαρία της παλιάς πόρτας.
 Βαθιές εκδορές άρχισαν να αιμορραγούν σχεδόν σε όλο της κορμί, αψηφώντας τους πόνους της και με μόνη της έννοια να σώσει το παιδί της, άρπαξε το φτυάρι. Οι κραυγές της κόρης όπλισαν το χέρι της μάνας. Το φτυάρι σηκώθηκε ψηλά και προσγειώθηκε με δύναμη ψυχής ίση με 40 αντρών πάνω στο κεφάλι του βιαστή.

Ο Κωνσταντής έγειρε στο πλάι αναίσθητος και ξεβράκωτος. Η Καλλιόπη έτρεξε και πήρε στην αγκαλιά της το κορίτσι που έτρεμε ολόκληρο, την έγδυσε και πέταξε τα ματωμένα ρούχα στην φωτιά.
Σηκώθηκε και άνοιξε την παλιά ντουλάπα, ξεχώρισε βιαστικά μια φορεσιά ρούχα.
Ντύσου γρήγορα Ιωάννα είπε στην κόρη της ενώ άρχισε να ψάχνει βιαστικά το εσωτερικό μιας μικρής βαλίτσας που είχε κρύψει ανάμεσα στα ρούχα, γράμματα και καρτ ποστάλ από όλο τον κόσμο ενθύμια από τον άντρα της και ανάμεσά τους μια παλιά ατζέντα, την ξεφύλλισε με γρήγορες κινήσεις και σταμάτησε στην σελίδα με το όνομα Αντώνης Μαρκάτος. Έσκισε την σελίδα με το όνομα και την διεύθυνση και στράφηκε προς το μέρος της κόρης της ενώ οι δυνάμεις της είχαν αρχίσει να την εγκαταλείπουν, τα πόδια της λύγισαν και κάθισε στο πάτωμα.
-Μάνα φώναξε η Ιωάννα και έτρεξε προς το μέρος της, μαμά περίμενε πάω να φωνάξω το γιατρό είπε αλλά η Καλλιόπη την άρπαξε από το χέρι και την τράβηξε κοντά της. Είχε χάσει πολύ αίμα, αιμορραγούσε εξωτερικά και εσωτερικά, δεν υπήρχε άλλος χρόνος για κείνη και το ήξερε.
Κάθισε δίπλα μου της είπε και της έδωσε το χαρτάκι με την διεύθυνση του καπετάν Αντώνη.
-Πρέπει να φύγεις Ιωάννα, φύγε τώρα αμέσως παιδί μου, θα πας στην Αθήνα και θα βρεις τον καπετάν Αντώνη, θα τους πεις πως είσαι κόρη του Χρήστου Πανταζάκη.
Της έδωσε την ευχή της και έκλεισε τα μάτια της για πάντα. Η Ιωάννα έφυγε το ίδιο βράδυ αφήνοντας πίσω της μια νεκρή μάνα που δεν μπορούσε να θάψει και έναν μεγάλο έρωτα, μια αληθινή αγάπη! 
Ξεκίνησε μέσα στην νύχτα με τα πόδια για το επόμενο χωριό, περνώντας από το δασάκι στάθηκε στο δέντρο που της εξομολογήθηκε για πρώτη φορά την αγάπη του ο Αναστάσης. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, άνοιξε τα χέρια της και το αγκάλιασε. Νωρίς το ξημέρωμα έφτασε στο επόμενο χωρίο, το λεωφορείο για την Αθήνα έφευγε στις 6 το πρωί, το απόγευμα της ίδιας μέρας είχε βρει το σπίτι του καπετάν Αντώνη.

-Ώστε η κόρη του Πανταζάκη! Και την μάνα σου πως την έχασες; Πάει καιρός που πέθανε; Δεν πρέπει να ήταν μεγάλη έτσι;
Το κορίτσι χαμήλωσε το βλέμμα και έμεινε σιωπηλό, προδίδοντας την ενοχή που ένιωθε για τον θάνατο της μητέρας της.
-Εντάξει έχουμε καιρό να τα πούμε αυτά της είπε ο Καπετάν Αντώνης θέλοντας να την βγάλει απ την δύσκολη θέση.
Προς το παρών έχουμε δουλειές να κάνουμε μικρή μου Ιωάννα. Αύριο πρωί πρωί θα τρέξουμε για χαρτιά. 
Σε δύο μέρες παντρευόμαστε και σε μια βδομάδα μπαρκάρουμε για τον Ατλαντικό! Είσαι πολύ τυχερή να ξέρεις που κατάφερες να με βρεις εδώ.
Η Ιωάννα τον κοίταξε τρομοκρατημένη, κάτι τέτοιο δεν το περίμενε. Ο καπετάν Αντώνης ήταν ένας καλοστεκούμενος γοητευτικός άντρας γύρω στα 50 μα θα μπορούσε να ήταν πατέρας της.
Ο Αντώνης Μαρκάτος κοίταξε το τρομοκρατημένο παιδί και έσκασε στα γέλια
-Μην φοβάσαι της είπε χαϊδεύοντας στοργικά τα μαλλιά της. Ο πατέρας σου για μένα δεν απλά φίλος ή συνάδελφος ήταν κάτι παραπάνω και από αδερφός. Μαζί δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα και κανέναν!
Ο γάμος θα γίνει και  θα είναι λευκός. Θα κρατήσει μόνο όσο χρειαστεί, με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσεις να περάσεις τα σύνορα της Αμερικής και να ζήσεις νόμιμα εκεί.
Θα σε πάω στην αδερφή μου που ζει εκεί, θα σε έχει σαν παιδί της, βλέπεις η μοίρα τα φέρε έτσι και δεν απόκτησε δικά της.
Εγώ θα έρχομαι να σας βλέπω κάθε έξι μήνες που το βαπόρι πιάνει λιμάνι εκεί.
-Άντε πήγαινε τώρα να ξεκουραστείς γιατί το ταξίδι μας θα είναι μεγάλο και αύριο να φτιάξεις μια λίστα με ότι χρειάζεσαι να αγοράσουμε, μόνο να μην ξεχάσεις να συμπεριλάβεις αρκετό χαρτί και πολλά μολύβια.
Το κορίτσι τον κοίταξε απορημένο. 
-Μέχρι να φτάσουμε θα σου μάθω να γράφεις και να μιλάς Αγγλικά. Δεν φτάνει μόνο να ζωγραφίζεις καλά για να φοιτήσεις στην καλών τεχνών, είναι κι άλλα πολλά αυτά που θα διδαχθείς.
Η Ιωάννα τον κοίταξε έκπληκτη και ένα τεράστιο χαμόγελο φώτισε τα μεγάλα της μάτια.
Είναι πολλά αυτά που ξέρω για σένα μικρή μου, ο πατέρας σου δεν σταματούσε να μιλά για την μικρή του ταλαντούχα νεράιδα.
-Δεν έχω λόγια να σας ευχαριστήσω αποκρίθηκε το κορίτσι πέφτοντας στην αγκαλιά του.

                                                         Πίσω στο χωριό
Ο Κωνσταντής άρχισε να βρίσκει ξανά τις αισθήσεις του. Σηκώθηκε και κοίταξε γύρω του. Στην άκρη του δωματίου είδε την νεκρή Καλλιόπη καθισμένη μπροστά σε μια βαλίτσα γεμάτη γράμματα. Αριστερά η τζαμόπορτα του μπάνιου ήταν σπασμένη και ένα φτυάρι πεσμένο στο πάτωμα, έψαξε για την Ιωάννα μα δεν την βρήκε πουθενά.
Έβαλε το φτυάρι στην θέση του και κάλεσε τις αρχές.
Ο αστυνόμος κατέφθασε μαζί με τον γιατρό και τον πρόεδρο του χωριού.
-Τι συνέβη εδώ πέρα;
-Γύρισα κυρ αστυνόμε και βρήκα μάνα και κόρη να μαλώνουν. Η μικρή είπε στην μάνα της πως φεύγει με τους θεατρίνους. Θα κάνω καριέρα εγώ και εσύ να μείνεις στο χωριό έλεγε. Της φούσκωσαν τα μυαλά αυτοί κυρ αστυνόμε και έφυγε μαζί τους.
Η Καλλιόπη δεν άντεξε την ντροπή της άσωτης κόρης, λιποθύμησε και έπεσε πάνω στα τζάμια, δεν πρόλαβα να αντιδράσω κυρ αστυνόμε.
-Έστρεψε το βλέμμα του στο γιατρό. Θα γίνει καλά;
-Ο γιατρός κούνησε αρνητικά το κεφάλι, δυστυχώς δεν προλάβαμε, έχασε πολύ αίμα.
Το επόμενο πρωί τα νέα της άσωτης που έγινε αιτία να πεθάνει η μάνα της μαθεύτηκαν γρήγορα σε όλο το χωρίο.
Κόσμος άρχισε να συρρέει στο σπίτι για να συλλυπηθεί τον Κωσταντή συζητώντας όλοι για το ίδιο θέμα.
Η Ιωάννα είχε γίνει για το χωριό η ηθική αυτουργός θανάτου της μάνας της.
Η άσωτη που ήθελε να γίνει θεατρίνα

                                                                  ΤΕΛΟΣ

Το κείμενο που διαβάσατε αποτελεί προϊόν δικής μου μυθοπλασίας εμπνευσμένο από την φωτογραφία της Ελένης από το καρυδότσουφλο. Μία φωτογραφία πάρα πολύ όμορφη "Ξεδιάντροπα όμορφη" είπε η Γιάννα και το παιχνίδι ξεκίνησε! Η μπλογκόσφαιρα άρχισε να γυρίζει σαν τρελή για άλλη μία φορά. Διαβάστε περισσότερες ιστορίες βασισμένες στην φωτογραφία ΕΔΩ


Απαγορεύεται ρητά η αντιγραφή όλου ή μέρος του περιεχομένου και των φωτογραφιών της ιστοσελίδας χωρίς την έγκρισή μας.

4 σχόλια:

  1. Μόνο και μόνο που έγραψες μια τέτοια ιστορία φτάνει!! μια τόσο μεγάλη και όμορφη ιστορία!! Πολύ μου άρεσε! δε βαρέθηκα καθόλου!!!!
    Σε ευχαριστώ πολύ πολύ για τη συμμετοχή!!!!!!!!
    τα φιλιά μου από το νότο!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι που σου άρεσε Ελένη μου. Χαρά μου η συμμετοχή

      Διαγραφή
  2. Πολύ ωραίο το διήγημα που σου ενέπνευσε η φωτογραφία της Ελένης. Καλογραμμένο με έντονες σκηνές και συναισθήματα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ πολύ Ελένη μου για τα καλά σου λόγια, χαίρομαι που κατάφερα να σου περάσω τα συναισθήματα

      Διαγραφή

Γράψε την γνώμη σου, αφήνοντας σχόλιο

Follow @ lol_moms